ἐκλύσεις

ἔκλυσις
release
fem nom/voc pl (attic epic)
ἔκλυσις
release
fem nom/acc pl (attic)
ἐκλύ̱σεις , ἐκλύω
set free
aor subj act 2nd sg (epic)
ἐκλύ̱σεις , ἐκλύω
set free
fut ind act 2nd sg

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • отъпадениѥ — ОТЪПАДЕНИ|Ѥ (24), ˫А с. 1.Отступление, отход от чего л. Перен.: се на ны первое паденье и горкии ѿвѣтъ. ѿпаденье англ҃ь||скаго жить˫а. ЛЛ 1377, 29–29 об. (986); все престѹплень [вм. престѹпленьѥ] правы˫а вѣры. правовѣрьныхъ повелѣнии. отъпаденье… …   Словарь древнерусского языка (XI-XIV вв.)

  • ηφαίστειο — Στην πιο απλή του έκφραση, το η. είναι μια σχισμή του φλοιού της Γης που επικοινωνεί με μια βαθιά μαγματική ζώνη. Υπό ορισμένες συνθήκες η σχισμή αυτή επιτρέπει την έξοδο ρευστού ή στερεού υλικού υψηλής θερμοκρασίας. Συνήθως ένα μέρος του υλικού… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.